Γυναικολογικές Διαγνωστικές εξετάσεις στην Υπογονιμότητα

Επειδή το γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα είναι πιο πολύπλοκο και πιο ιδιόρρυθμο, έχουν δημιουργηθεί περισσότερες εξετάσεις με συγκεκριμένο σκοπό.Τα κανονικά τεστ όπως ορμόνες και οι μικροβιολογικές εξετάσεις θα πρέπει να γίνονται πάντοτε στα πλαίσια της ρουτίνας για την υπογονιμότητα. Όμως, το μεγαλύτερο μέρος που προσφέρεται από τα μεγαλύτερα διεθνή εργαστήρια είναι τα στοχευμένα ανοσολογικά τεστ,που ανιχνεύουν πάνω από 80%  την γονιμοποιητική ικανότητα της γυναίκας.
Γυναικεία Διάγνωση για ποιότητα και ποσότητα ωαρίων: inhibin B και AMH.

—- ΑΝΑΣΤΑΛΤΙΝΗ Β (INHIBIN B) —-
Η εξέταση αυτή γίνεται στον ορό της γυναίκας όπου ανιχνεύεται η συγκεκριμένη ορμόνη και θα δείχνει την ποιότητα των ωοθηκών. Η ποιότητα ή το ρεζερβουάρ των ωοθηκών περιγράφει συνήθως την δυναμική να παράγονται καλής ποιότητας ωάρια για να μπορούν να δημιουργηθούν φυσιολογικά έμβρυα. Η ανασταλτίνη Β ελέγχει την έκκριση της FSH από την υπόφυση. Για αυτό το λόγο, η ορμόνη αυτή είναι περισσότερο σημαντική στην άμεση μέτρηση της λειτουργικότητας των ωοθηκών,παρά η FSH. Η μέτρηση γίνεται αυστηρώς κατά την 3η ημέρα του κύκλου της γυναίκας και οι επιστημονικές μελέτες απέδειξαν ότι, όταν η συγκέντρωση της ανασταλτίνη Β ήταν κάτω από 45pg/ml, ΔΕΝ έμειναν έγκυες και είχαν 11 φορές περισσότερες πιθανότητες για ‘καθ’έξιν’ αποβολές από τις γυναίκες που είχαν συγκέντρωση πάνω από 45pg/ml.

Ενδείξεις για το τεστ
Γυναίκες με ηλικία 35 και άνω, γυναίκες που αντιμετωπίζουν ανεξήγητη υπογονιμότητα και έχουν φτωχή ανταπόκριση στην διέγερση ωοθηκών, γυναίκες που αντιμετωπίζουν αποβολές, καθώς και αυτές που αποτυγχάνουν στην εξωσωματική γονιμοποίηση, θα πρέπει να ελέγχονται για τα επίπεδα ανασταλτίνης Β.

Μέθοδος Ανίχνευσης
Η ανασταλτίνη Β ανιχνεύεται με την μέθοδο ELISA

—- AMH (anti-Mullerian Hormone) —-
Η αντι-μυλλέριος ορμόνη (ΑΜΗ) είναι μια ουσία που παράγεται από τα κοκκώδη κύτταρα των ωοθηκικών ωοθυλακίων. Πρώτα παράγεται από τα πρωτογενή ωοθυλάκια, μόλις περάσουν το στάδιο του αρχέγονου ωοθυλακίου. Σε αυτά τα στάδια, τα ωοθυλάκια είναι μικροσκοπικά και δεν εντοπίζονται με τον υπέρηχο.

Η ΑΜΗ είναι γνωστή για την διαφοροποίηση του φύλλου του εμβρύου, επηρεάζοντας την διαφοροποίηση των όρχεων στον άρρεν και επιτρέποντας την ανάπτυξη των γυναικολογικών συστημάτων με την απουσία της. Κατά την ωοθυλακική ανάπτυξη, η παραγωγή της AMH είναι υψηλότερη στα στάδια του δευτερογενούς και του πρώιμου τριτογενούς ωοθυλακίου (διαμέτρου μικρότερης από 4 χιλιοστά).

Καθώς τα ωοθυλάκια αυξάνουν σε μέγεθος, η παραγωγή μειώνεται και στη συνέχεια σταματά. Σε ανθρώπινα ωοθυλάκια μεγέθους άνω των 8 χιλιοστών δεν παράγεται σχεδόν καθόλου AMH. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, τα επίπεδά της είναι αρκετά σταθερά και η εξέταση για την AMH μπορεί να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε ημέρα του γυναικείου κύκλου.
Όσο αυξάνεται η ηλικία της γυναίκας, το μέγεθος της δεξαμενής εναπομενόντων ωοθυλακίων μειώνεται. Αντίστοιχα, μειώνονται επίσης τα επίπεδα της AMH στο αίμα και ο αριθμός των ωοθηκικών τριτογενών ωοθυλακίων που είναι ορατά στον υπέρηχο. Οι γυναίκες που έχουν πολλά μικρά ωοθυλάκια, όπως εκείνες με πολυκυστικές ωοθήκες, έχουν υψηλά επίπεδα ορμόνης AMH, ενώ οι γυναίκες που έχουν λίγα εναπομένοντα ωοθυλάκια, καθώς και αυτές που βρίσκονται κοντά στην εμμηνόπαυση έχουν χαμηλά επίπεδα αντι-μυλλερίου ορμόνης.

Μέθοδος Ανίχνευσης
Η αντι-μυλλέριος ορμόνη (ΑΜΗ) ανιχνεύεται με την ανοσοενζυμική μέθοδο ELISA.

Σημείωση:
Για αυτές τις 2 πολύ σημαντικές εξετάσεις που καθορίζουν την γονιμότητα μιας γυναίκας βασισμένη στην ποιότητα και ποσότητα των ωαρίων της, ειδική εξειδικευμένη επιστημονική ομάδα αξιολογεί τα αποτελέσματα και συμβουλεύει τις γυναίκες για το αν το δικό τους ωάριο είναι κατάλληλο ή όχι,ειδάλλως προτείνεται η επιλογή για δανεικό ωάριο έτσι ώστε να μην υποστούν περεταίρω ταλαιπωρίες.

—- ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΑΝΟΣΟΦΑΙΝΟΤΥΠΟΣ —-
Εισαγωγή
Η ανίχνευση και ο τύπος των διαφόρων λευκών κυττάρων του αίματος είναι υπέρ πολύτιμη για την διάγνωση των παραγόντων κινδύνου στις ‘καθ’έξιν’ αποβολές. Ο αναπαραγωγικός φαινότυπος έχει αποδειχθεί ότι είναι χρήσιμος στο να αναγνωρίζει εξατομικευμένα τον κίνδυνο για την μη εμφύτευση του εμβρύου εξαιτίας των υψηλών επιπέδων των φυσικών φονέων (ΝΚ κύτταρα).

Το συγκεκριμένο τεστ δεν μετράει μόνο το ποσοστό των λεμφοκυττάρων, αλλά και τα ενεργοποιημένα ΝΚ και Τ κύτταρα. Γυναίκες που έχουν μπει στην διαδικασία της εξωσωματικής ή εμβρυομεταφοράς έχουν υψηλή έκφραση των ΝΚ που φαίνεται με τον δείκτη CD69+ και με τον δείκτη HLA-DR.

Σκοπός
Όλες οι γυναίκες που έχουν υποστεί 2 ή περισσότερες αποβολές ή αποτυγχάνουν να τεκνοποιήσουν με εξωσωματική ή εμβρυομεταφορά θα πρέπει να ελέγχονται για την παρουσία των κυττάρων ΝΚ (CD56+). Τα υψηλά ποσοστά των ΝΚ κυττάρων θα πρέπει να αξιολογηθούν από εξειδικευμένους επιστήμονες που πρέπει να προτείνουν στοχευμένη θεραπεία για την ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος με σκοπό την πρόληψη της αποβολής αλλά και της υπογονιμότητας.

Μέθοδος Ανίχνευσης
Τα ποσοστά των κυττάρων CD3, CD4, CD8, CD19, CD16, και CD56 όπως και CD56+16+69+, CD56+16-69+ and CD3+4+DR+ μετριούνται με την υψηλή τεχνολογία της κυτταρομετρία ροής.

Τρόπος συλλογής δείγματος
Η συλλογή των δειγμάτων γίνεται σε ειδικά σωληνάρια με ειδικό υλικό στο εσωτερικό του τοιχώματος που καθιστά δυνατό να κρατά σε σταθερότητα τα λεμφοκύτταρα έως και 10 ημέρες για την εν λόγω εξέταση με μέγιστη αξιοπιστία του αποτελέσματος

—- Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ-ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ NK ΚΥΤΤΑΡΩΝ (NATURAL KILLER CELL) —-
Εισαγωγή
Ο απόλυτος αριθμός και τη ενεργοποίηση των ΝΚ κυττάρων είναι 2 διαφορετικοί δείκτες στην αναπαραγωγική ιατρική, και μάλιστα πολύ σημαντικοί στην Υπογονιμότητα, στις ‘καθ΄έξιν’ αποβολές και στις αποτυχημένες εξωσωματικές γονιμοποιήσεις. Τα ΝΚ κύτταρα είναι ένας υποπληθυσμός λεμφοκυττάρων που εκφράζουν το αντιγόνο CD56+ στην κυτταρική τους επιφάνεια.

Τα ΝΚ είναι μεγάλα κοκκιοκύτταρα που προέρχονται απευθείας από τον μυελό των οστών και κυκλοφορούν περιφερειακά πριν εισέλθουν σε συγκεκριμένους ιστούς. Τα ΝΚ είναι ο κυρίαρχος πληθυσμός στο ενδομήτριο και στο φθαρτό (decidua) στην πρώιμη εγκυμοσύνη. Τα ΝΚ θεωρούνται ότι παίζουν κύριο ρόλο στην ρύθμιση της μετακίνησης κυττάρων τροφοβλάστης.

Το τεστ της ενεργοποίησης των ΝΚ κυττάρων μετράει την λειτουργία-επιθετικότητα θανάτωσης των εν λόγω κυττάρων, αλλά και την δυνατότητα της ιντερλευκίνης 2 (IL2) να διεγείρει και της ανοσοσφαιρίνης γ (IVIg) να καταστείλει την δράση των ΝΚ κυττάρων έναντι της καρκινικής σειράς (K562), που χρησιμοποιείται ως ‘στόχος’.

Επιστημονικές παγκόσμιες μελέτες έχουν τεκμηριώσει ότι αυξημένη περιφερειακή και ενδομητριακή δράση των ΝΚ κυττάρων υπάρχει σε γυναίκες που είχαν ‘καθ’έξιν’ αποβολές ή αποτυχημένες εξωσωματικές γονιμοποιήσεις. Ενδεικτικά, 40% περίπου γυναικών που μπήκαν στην εξωσωματική με διάγνωση ενδομητρίωση είχαν αυξημένη δράση των ΝΚ κυττάρων.
Η εξέταση των γυναικών για την ενεργοποίηση των ΝΚ, επιτρέπει σε εξειδικευμένους επιστήμονες να εφαρμόσουν στοχευμένη θεραπευτική προσέγγιση με σκοπό την ρύθμιση της λειτουργικότητας των ΝΚ κυττάρων. Λόγω της διαφορετικότητας των δυο αυτών εξετάσεων των ΝΚ κυττάρων, εξειδικευμένοι επιστήμονες είναι απαραίτητοι για την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και της στοχευμένης εφαρμογής των θεραπευτικών πρωτοκόλλων.

Ενδείξεις για το Τεστ
Όλες οι γυναίκες που έχουν ανεξήγητη υπογονιμότητα, ενδομητρίωση, ιστορικό αποβολών, αποτυχημένων εξωσωματικών, υψηλές τιμές των αντισωμάτων έναντι των φωσφολιπιδίων (APA) ή αντισώματα έναντι του θυρεοειδούς (ΑΤΑ), πρέπει να ελέγχονται με το τεστ της ενεργοποίησης των ΝΚ κυττάρων.

Μέθοδος Ανίχνευσης
Το ποσοστό των αποπτωτικών κυττάρων της σειράς Κ562 από τα ΝΚ ανιχνεύεται με την τεχνολογία της κυτταρομετρίας ροής.

Τρόπος συλλογής δείγματος
Η συλλογή των δειγμάτων γίνεται σε ειδικά σωληνάρια με ειδικό υλικό στο εσωτερικό του τοιχώματος που καθιστά δυνατό να κρατά σε σταθερότητα τα λεμφοκύτταρα έως και 10 ημέρες για την εν λόγω εξέταση με μέγιστη αξιοπιστία του αποτελέσματος.

—- ΤΕΣΤ ΕΜΒΡΥΟΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑΣ (ETA) —-
Εισαγωγή
Σήμερα παράγοντες όπως αποβολές, ανεξήγητη υπογονιμότητα, και υπογονιμότητα που σχετίζεται με ενδομητρίωση, επηρεάζουν ένα μεγάλο αριθμό ζευγαρίων που θέλουν να τεκνοποιήσουν και αδυνατούν λόγω των σημαντικών αυτών θεμάτων. Τα επιστημονικά δεδομένα έχουν αποδείξει ότι μεγάλο ποσοστό γυναικών έχουν εμβρυοτοξίνες που ενοχοποιούνται για αναπαραγωγική αποτυχία.

Τα ποσοστά της δράσης των εμβρυοτοξινών σε γυναίκες που εμφανίζουν αποβολές είναι απο 10% έως 15% και σε γυναίκες που έχουν αποτυχημένες εξωσωματικών είναι από 20% έως 25%. Ακόμα σε στην περίπτωση θετικότητας εμβρυοτοξινών, υπάρχει στοχευμένη και εξατομικευμένη θεραπεία που καθαρίζει τον οργανισμό της γυναίκας πολύ γρήγορα.

Ενδείξεις για το Τεστ
Όλες οι γυναίκες που έχουν ανεξήγητη υπογονιμότητα, ενδομητρίωση, ιστορικό αποβολών, αποτυχημένων εξωσωματικών, αποτυχημένη εμφύτευση εμβρύου πρέπει να ελέγχονται για εμβρυοτοξίνες.

Μέθοδος Ανίχνευσης
Οι εμβρυοτοξίνες ανιχνεύονται στον ορό της γυναίκας χρησιμοποιώντας έμβρυο ποντικιών σε 3 στάδια διαφοροποιήσεων.

—- BLOCKING FACTORS (ανασταλτικοί παράγοντες) —-
Από το παρελθόν έχει αποδειχθεί ότι για να επιτευχθεί εγκυμοσύνη απαραίτητοι είναι ανασταλτικοί παράγοντες-αντισώματα (blocking factors) στο κυκλοφορικό σύστημα της γυναίκας. Τέτοιοι παράγοντες δεν ανιχνεύονται στις περισσότερες γυναίκες με ‘καθ’έξιν’ αποβολές, οι ανεξήγητες παλινδρομήσεις αλλά και αποτυχημένες εξωσωματικές.

Μέθοδος Ανίχνευσης
Λεμφοκύτταρα του συζύγου μαζί με ορό της γυναίκας μπαίνουν σε κλίβανο σε συγκεκριμένες συνθήκες για περίπου 30 λεπτά. Τα αποτελέσματα υπολογίζονται στο μικροσκόπιο και ένα παράδειγμα φαίνεται πιο κάτω.

BLOCKING FACTORS Result
Presence of blocking factors Weak positive (+) positive (+)
Εάν το αποτέλεσμα είναι αρνητικό τότε η θεραπεία μπορεί να επιτευχθεί και κρατάει τουλάχιστον από μισό έως ένα χρόνο, όπου θα έχει την δυνατότητα το ζευγάρι να τεκνοποιήσει. Το δείγμα που απαιτείται για αυτή την εξέταση είναι λεμφοκύτταρα από τον σύζυγο και ορό από την γυναίκα.

—- ΑΝΤΙΦΩΣΦΟΛΙΠΙΔΙΚΑ ΑΝΤΙΣΩΜΑΤΑ (APA) —-
Τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα είναι ένα σύνολο μη ειδικών αυτοαντισωμάτων που η παρουσία τους σχετίζεται με την αναπαραγωγική αποτυχία με ‘καθ’έξιν’ αποβολές, ανεξήγητη υπογονιμότητα που σχετίζεται με ενδομητρίωση. Η παρουσία των ΑΡΑ συνιστά, όπως είπαμε, μια επίκτητη διαταραχή των πρωτεϊνών του αίματος που συνδέεται με θρόμβωση των αγγείων.

Μάλιστα ίσως είναι και η πιο συχνή διαταραχή που συνδέεται και με φλεβική και με αρτηριακή θρόμβωση όπως και με αναπαραγωγική αποτυχία λόγω των θρομβώσεων των αγγείων της εμβρυοπλακουντιακής μονάδος που προκαλούν (νεκρωτική αγγειίτιδα του φθαρτού). Συνεπώς, ο συσχετισμός από την παρουσία αντιφοσφωλιπιδιακών αντισωμάτων με την αποτυχία στην IVF έχει αποδοθεί στο ότι τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα βλάπτουν την αρχική διαδικασία αγγειοποίησης που συμβαίνει στην εμφύτευση η οποία είναι απαραίτητη για τη συνέχιση της κύησης.

Ο έλεγχος για αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα ενδείκνυται να γίνεται πριν από την αναμενόμενη κύηση, διότι η θεραπεία πρέπει να αρχίζει πριν την εγκυμοσύνη ώστε κατά το χρόνο της εμφύτευσης τα επίπεδα των αντισωμάτων είναι χαμηλά.

Ενδείξεις για το τεστ
Άτομα που εμφάνισαν 2 ή περισσότερες αποβολές, ενδομητρίωση, αποτυχημένες εξωσωματικές, συστημικό ερυθηματώδη λύκο, ή κάποια αγγειακή ασθένεια πρέπει να ελέγχονται για αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα.

Μέθοδος Ανίχνευσης
Τα φωσφολιπιδικά αντισώματα ανιχνεύονται με την μέθοδο ELISA. Η ομάδα περιλαμβάνει όλα τα 21 αντισώματα και καλύπτει όλο το φάσμα των φωσφολιπιδίων.

—- ΑΝΤΙΘΥΡΕΟΕΙΔΙΚΑ ΑΝΤΙΣΩΜΑΤΑ (ATA) —-
Τα αυτοάνοσα έχουν συσχετιθεί με την αναπαραγωγική ιατρική στην ανεξήγητη υπογονονιμότητα, και στις ‘καθ’έξιν’ αποβολές. Οι αυτοάνοσες δυσλειτουργίες του θυρεοειδή χαρακτηρίζονται από την παρουσία των αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων (anti-TPO και anti-TG). Τα αντισώματα αυτά είναι ανεξάρτητοι δείκτες στην αναπαραγωγική ιατρική, όπως έχει αποδειχθεί από διεθνείς δημοσιεύσεις.

Οι γυναίκες που εμφανίζουν αντιθυρεοειδικά αντισώματα αποβάλλουν σχετικά σε διπλάσιο ποσοστό από τις γυναίκες που δεν εμφανίζουν αντιθυρεοειδικά αντισώματα. Περίπου το 30% με αποβολές έχουν ένα ή και τα δύο αντισώματα έναντι του θυρεοειδή. Επίσης, τα συγκεκριμένα αντισώματα έχουν συσχετιθεί με αποτυχημένες εμφυτεύσεις μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση και εμβρυομεταφορά.

Ενδείξεις για το Τεστ
Όλες οι γυναίκες που έχουν ενδείξεις ή ιστορικό με θυρεοειδή ή έχουν ιστορικό αποβολών ή έχουν ανεξήγητη υπογονιμότητα πρέπει να ελέγχονται για αντισώματα έναντι θυρεοειδή.

Μέθοδος Ανίχνευσης
Τα αντισώματα έναντι του θυρεοειδή ανιχνεύονται με την μέθοδο ELISA.

—- Αντισώματα Έναντι Ωαρίων (AOA) —-
Τα αντισώματα έναντι ωαρίων έχουν αποδειχθεί σε γυναίκες με ανεξήγητη υπογονιμότητα. Από αυτές τις γυναίκες πάλι έχει τεκμηριωθεί ότι έχει και φτωχότερη διέγερση σε διαδικασίες εξωσωματικής σε σύγκριση με γυναίκες που δεν έχουν τα συγκεκριμένα ωάρια. Και οι δυο περιπτώσεις έχουν χαμηλή διέγερση στα φάρμακα με αποτέλεσμα χαμηλότερη πιθανότητα εγκυμοσύνης στις γυναίκες που έχουν τα εν λόγω αντισώματα.
Η συχνότητα των αντισωμάτων αυτών στις γυναίκες που έχουν πρόβλημα με την ωρίμανση τους ποικίλλει από 35% και 69% εξαρτώμενη από τον πληθυσμό που έχει μετρηθεί για τα συγκεκριμένα αντισώματα.

Ενδείξεις για το Τεστ
Όλες οι γυναίκες με προβληματικά ωάρια, με υψηλή την ορμόνη FSH την τρίτη ημέρα του κύκλου τους, με ανεξήγητη υπογονιμότητα και με φτωχή ανταπόκριση στα φάρμακα που προκαλούν διέγερση.

Μέθοδος Ανίχνευσης
Τα αντισώματα ΑΟΑ ανιχνεύονται με την μέθοδο ELISA.

—- Αντι Σπερματικά Αντισώματα (ASA) —-
Ο ανδρικός παράγοντας στην υπογονιμότητα είναι υπεύθυνος για το 40-60% όλων των περιπτώσεων. Ο όρος ‘ανδρική ανοσολογική υπογονιμότητα’ χρησιμοποιείται όταν ‘φυσικά’ σχηματισμένα αντισπερματικά αντισώματα επισυνάπτονται σε αντιγόνα επιφανείας του σπέρματος. Τέτοια αντισώματα ανιχνεύονται στον ορό ή στο σπερματικό υγρό του άνδρα, και είναι τύπου IgG ή IgA.

Μέχρι σήμερα, υπάρχουν 7 διαφορετικά αντιγόνα, τα οποία είναι γνωστά στην κυτταρική μεμβράνη του σπέρματος: YWK-II, BE-20, rSMP-B, BS-63, BS-17, HED-2, and 75 kDa. Με την παρουσία των αντισπερματικών αντισωμάτων, η εισχώρηση και κινητικότητα του σπέρματος μπλοκάρεται ή καταστέλλεται με αποτέλεσμα να δημιουργείται πρόβλημα στην κύηση.

Ενδείξεις για το Τεστ
Γυναίκες και άνδρες με ανεξήγητη υπογονιμότητα, λοίμωξη του ουροποιητικού από Χλαμύδια, με χειρουργικές επεμβάσεις σε αναπαραγωγικά όργανα πρέπει να ελέγχονται για αντισπερματικά αντισώματα.

Μέθοδος Ανίχνευσης
Τα αντισώματα ASA ανιχνεύονται στον ορό η στο σπερματικό υγρό με την μέθοδο ELISA.

—- Platelet-Leucocytes Aggregates (PLA) (νέο τεστ) —-
Η δημιουργία συσσώρευσης αιμοπεταλίων και λευκοκυττάρων αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό μηχανισμό με τον οποίο τα λευκά συνεισφέρουν σε θρομβολυτικά επεισόδια και τα αιμοπετάλια σε φλεγμονώδεις αντιδράσεις. Ζημία σε ένα αγγείο έχει ως αποτέλεσμα την προσκόλληση αιμοπεταλίων σε ένα τμήμα της πληγής και η ταυτόχρονη δημιουργία του αιμοπεταλιακού θρόμβου.

Η αλληλεπίδραση των λευκοκυττάρων με τα ενεργοποιημένα αιμοπετάλια συντονίζεται από ένα μόριο προσκόλλησης το οποίο ονομάζεται σελεκτίνη-2 και προσκολλείται στα αιμοπετάλια.

Σκοπός και μεθοδολογία
Η αυξημένη συσσώρευση αιμοπεταλίων-λευκοκυττάρων έχει δημοσιευθεί σε γυναίκες οι οποίες έχουν ‘καθ’έξιν’ αποβολές ή αποτυχημένες εξωσωματικές διαδικασίες εξαιτίας των θρομβολυτικών γεγονότων, που έχουν διαγνωστεί μετέπειτα.
Το συγκεκριμένο τεστ μπορεί να βοηθήσει όχι μόνο για διαγνωστικούς σκοπούς, αλλά μπορεί να οδηγήσεις τους γιατρούς σε στοχευμένη θεραπεία ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους για επιτυχημένη εγκυμοσύνη. Επίσης, το τεστ μπορεί να γίνει σε συνδυασμό με το γενετικό τεστ της θρομβοφιλίας. Η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται εδώ είναι η κυτταρομετρία ροής.

Από το Fertility-biocenter.com :

1)Δρ. Παπαγεωργίου Σπύρος, Μαιευτήρας-Χειρουργός Γυναικολόγος, Ειδικός στην Υπογονιμότητα
2)Δρ. Τολιόπουλος Ιωάννης, Μοριακός Βιολόγος, Φυσιολόγος, Βιοανοσολόγος της αναπαραγωγικής ιατρικής